Παλιά Κινέζικη παροιμία --> "1οοο Like δεν κάνουν ένα καλό σχόλιο"

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Τι απέγιναν τα Οθωμανικά Μνημεία της Θεσσαλονίκης;


Περνάς καθημερινά από μπροστά τους. Βρίσκονται στο κέντρο της πόλης, σε λαοφιλή σημεία, τα οποία προσπερνά ο καθένας από εμάς σε μια καθημερινή βόλτα. Ακόμη και οι παλαιότεροι δεν γνωρίζουν το πραγματικό τους όνομα και τα ονοματίζουν με βάση νεώτερες χρήσεις τους. Αλκαζάρ, Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο, Παράδεισος, Φοίνιξ, Αίγλη. Αποτελούν σήματα κατατεθέν μιας ιδιαίτερης ιστορικής στιγμής για την Θεσσαλονίκη, μιας διαδρομής 500 χρόνων περίπου. Λαβωμένα σήμερα, άλλα χωρίς τους μιναρέδες τους, αλλά αφημένα στην φθορά του χρόνου, τα Οθωμανικά μνημεία της πόλης μας δεσπόζουν στο αστικό τοπίο. Πήρα την αφορμή για αυτό το πόνημα από την σημερινή ξενάγηση της Περιπατητικής Ομάδας της πόλης μας, η οποία με βοήθησε να συνειδητοποιήσω την σπουδαιότητα των μνημείων αυτών και να αναλογιστώ την αυτοκαταστροφική διάθεση των νεοελλήνων, οι οποίοι επικαλούμενοι θρησκευτικούς λόγους κατεδάφισαν δεκάδες τουρκικά κτίρια, χωρίς να συλλογιστούν την καλλιτεχνική τους αξία, με αποτέλεσμα να παραμένουν σήμερα μόλις 9 από αυτά: 4 τζαμιά, 4 χαμάμ και 1 μπεζεστένι. Πάμε να τα ανακαλύψουμε...


1) Χαμζά Μπέη Τζαμί





Το Χαμζά Μπέη Τζαμί, που βρίσκεται στην γωνία Βενιζέλου με Εγνατία, είναι ευρύτερα γνωστό στους Θεσσαλονικείς ως Αλκαζάρ. Χτίστηκε στα 1467-1468 (επί του σουλτάνου Μουράτ Β’) από την κόρη του στρατιωτικού διοικητή Χαμζά Μπέη, Χαφσά Χατούν, με σκοπό την χρήση του ως Μετζίτ, δηλαδή μικρό συνοικιακό τέμενος χωρίς μιναρέ. Εικάζεται ότι στη θέση του προϋπήρχε γυναικείο μοναστήρι, παράδοση την οποία σεβάστηκαν οι Οθωμανοί μετά την άλωση της Πόλης χτίζοντας ένα τέμενος με ιδρυτή γυναίκα. Δεν αποκλείεται μάλιστα το αρχικό μικρό τέμενος να κτίσθηκε με οικοδομικά υλικά από το μοναστήρι. 






Το Χαμζά Μπέη τζαμί αποτελεί τον παλαιότερο σωζόμενο ισλαμικό χώρο λατρείας που χτίστηκε στη Θεσσαλονίκη. Αυτή τη στιγμή θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα σωζόμενα τζαμιά που βρίσκεται σε ελληνικό έδαφος και εκτείνεται σε συνολική έκταση 1150 τ.μ. Επίσης αποτελεί το μοναδικό στα Βαλκάνια που διαθέτει αίθριο, με εξαίρεση τα τζαμιά της Αδριανούπολης και της Κωνσταντινούπολης (που υπήρξαν πρωτεύουσες της οθωμανικής αυτοκρατορίας).






Το τζαμί αρχικά αποτελούνταν από μια μονόχωρη, τετράπλευρη αίθουσα προσευχής καλυμμένη με μολυβδοσκέπαστο τρούλο. Ολόγυρα το τέμενος περιβαλλόταν από κήπο με συντριβάνι. Στη διάρκεια του 16ου αιώνα έγινε προσθήκη δύο ορθογώνιων θολωτών χώρων στη βόρεια και νότια πλευρά του αρχικού τζαμιού, κατασκευάστηκε μια περιμετρική στοά με περίβολο στα δυτικά, μοναδική του είδους σε τζαμί στον Ελλαδικό χώρο, και μιναρές στην νοτιοδυτική γωνία. Το 1620, ύστερα από σεισμό ή πυρκαγιά, έγινε η τρίτη ανακατασκευή του τεμένους, από τον Καπί Μεχμέτ Μπέη.





Το Χαμζά Μπέη Τζαμί είναι γνωστό στους περισσότερους Θεσσαλονικείς ως “Αλκαζάρ”, από τον ομώνυμο λαϊκό κινηματογράφο που στεγάστηκε για χρόνια στην περίστυλη αυλή του τεμένους.Ο κινηματογράφος λειτούργησε από τα τέλη του 1932, στον στεγασμένο πλέον αίθριο χώρο, τη βόρεια και την ανατολική στοά, καθώς και σε τμήματα της δυτικής και νότιας στοάς του αίθριου και έκλεισε οριστικά στα μέσα της δεκαετίας του 80. Το κτίριο δέχτηκε πολλές επεμβάσεις κατά την Μεταπολίτευση, λόγω της χρήσης του ως εμπορικό κέντρο, ενώ σήμερα είναι αγνώριστο εσωτερικά και εξωτερικά από τις ανεξέλεγκτες επεμβάσεις που αφορούν την κατασκευή του πολύπαθου μετρό. Πλέον, ακόμη και αν βρίσκεσαι απέναντι του πιθανότατα δεν θα το προσέξεις, εξαιτίας των φρικαλέων λαμαρινών.





2) Αλατζά Ιμαρέτ





Το κτίριο βρίσκεται στην οδό Κασσάνδρου βορειανατολικά της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου. ενώ ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1484 από τον Ινογκιολού Ισ(χ)άκ Πασά, ο οποίος ήταν Μεγάλος Βεζίρης της Θεσσαλονίκης επί Μωάμεθ Β'. Ο χώρος λειτουργούσε ως ιμαρέτ (πτωχοκομείο), μεντρεσές (ιερατική σχολή) και χώρος προσευχής ενώ έλαβε σταδιακά τη σημερινή του μορφή. Το όνομα Αλατζά το οφείλει στον μιναρέ του, ο οποίος κοσμούνταν από πολύχρωμους λίθους σε ρομβοειδή σχήμα.




Ο κεντρικός ορθογώνιος χώρος του κτιρίου ήταν ο χώρος προσευχής, ενώ στους τέσσερις παράπλευρους, στα βόρεια και νότια του τζαμιού, γινόταν η διδασκαλία και τα συσσίτια .Στο μνημείο υπήρχε πλούσια εσωτερική ανάγλυφη διακόσμηση και ζωγραφική, από την οποία διασώζεται ένα μέρος στους θόλους (γεωμετρικά συμπλέγματα) και στους τοίχους, όπου υπάρχουν ρήσεις από το κοράνι. Στα δυτικά μπροστά στην κύρια είσοδο, βρίσκεται ανοιχτή στοά με τόξα που στηρίζονται σε έξι κίονες. Η στοά είναι καλυμμένη με πέντε τρούλους, από τους οποίους ο κεντρικός είναι ο ψηλότερος.




Το Αλατζά Ιμαρέτ είναι ίσως το καλύτερα διατηρημένο οθωμανικό μνημείο της Θεσσαλονίκης, έχει αναστηλωθεί πλήρως από φορείς της πόλης και σήμερα φιλοξενεί διάφορες εκδηλώσεις και περιοδικές εκθέσεις. Δυστυχώς, το σημαντικό αυτό δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής είναι σχετικά άγνωστο στους πολίτες, ενώ η προσβασιμότητα του κρίνεται δύσκολη, αφού είναι "χωμένο" ανάμεσα από πολυκατοικίες.





3) Γενί Τζαμί




Το Yeni Cami χτίστηκε το 1902 στην ευρωπαϊκή συνοικία Χαμηδιέ, τη συνοικία "των Πύργων", που βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλης (σημερινή οδός Βασιλίσσης Όλγας) και βρίσκεται στην οδό Αρχαιολογικού Μουσείου 30. Τα έξοδα για την ανέγερση του συγκεκριμένου τεμένους ανέλαβαν εξισλαμισμένοι Εβραίοι, οι λεγόμενοι ντονμέδες, για την λατρεία των οποίων προοριζόταν το κτίριο. Τα σχέδια ανήκουν στον Ιταλό αρχιτέκτονα Vitaliano Poselli, ο οποίος από το 1888 είχε αναλάβει μεγάλο μέρος των αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων στην πόλη (κτίρια με δικό του σχέδιο είναι ακόμη το Διοικητήριο, το κτίριο της παλιάς Φιλοσοφικής Σχολής, το Γ' Σώμα Στρατού, η βίλα Αλλατίνι, η Βίλα Morpurgo, κ.α.).





Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923-1924), στο Γενί Τζαμί έβρισκαν καταφύγιο για μικρό διάστημα πρόσφυγες που κατέφθαναν στην πόλη.Από το το 1924 και ως το 1963 μετά την απέλαση των Ντονμέ από τη Θεσσαλονίκη, λειτούργησε εκεί το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης (έως τη μεταφορά του σε χώρο στην οδό Λ. Στρατού, απέναντι από την πλατεία ΧΑΝΘ, όπου βρίσκεται ακόμη). Έκτοτε λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος του Δήμου Θεσσαλονίκης.



Το Γενί Τζαμί είναι κτίριο διώροφο και συνδυάζει τη μουσουλμανική παράδοση με τις αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής του. Έχει ακόμη στοιχεία της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα, στοιχεία αναγέννησης και μπαρόκ και επιρροές βυζαντινές, ισλαμικές και νεοκλασικές.Στο προαύλιό του υπάρχουν μαρμάρινα γλυπτά της Ρωμαϊκής εποχής και των πρωτοχριστιανικών χρόνων (σαρκοφάγοι, επιτύμβια, ανάγλυφα, τιμητικές και ταφικές στήλες κ.α.) από ολόκληρη τη Θεσσαλονίκη.


Ο Δήμος της Θεσσαλονίκης τον Μάρτιο του 2013, επέτρεψε την τέλεση προσευχής για πρώτη φορά έπειτα από 90 χρόνια, στο τζαμί που έπαυσε να λειτουργεί ως τέμενος το 1923. Αυτό το γεγονός θέτει ένα ιδιαίτερο θέμα συζήτησης: το κατά πόσο τα οθωμανικά τεμένη που βρίσκονται στον ελλαδικό χώρο πρέπει να επαναλειτουργήσουν ως μουσουλμανικοί λατρευτικοί χώροι.





4) Τζαμί του Λεμπέτ



Το πιο άγνωστο από τα μνημεία που περιλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο και το μοναδικό που βρίσκεται σε περιοχή εκτός του Δήμου Θεσσαλονίκης. Το Τζαμί του Λεμπέτ τοποθετείται στο πρώην Στρατόπεδο Παύλου Μελά, στην περιοχή της Σταυρούπολης. Όπως φανερώνεται από λίθινη επιγραφή πάνω από την είσοδο του κυρίως χώρου του τζαµιού, το κτίριο χτίστηκε το 1905, ώστε να εξυπηρετηθούν οι θρησκευτικές ανάγκες των εγκλείστων στο στρατόπεδο. Ο μιναρές του γκρεμίστηκε κάποια χρόνια μετά την απελευθέρωση, πιθανότατα γύρω στο 1925, όταν στο πλαίσιο του «εξευρωπαϊσμού» της πόλης γκρεμίστηκαν σχεδόν όλοι οι μιναρέδες (εκτός της Ροτόντας).

Το τέμενος θεωρείται το νεότερο της πόλης και είναι προσανατολισμένο προς την ιερή πόλη των μουσουλμάνων, τη Μέκκα, προσανατολισμό που διατήρησε και μετά τη μετακίνησή του κατά 25 μέτρα το 2005 για τις ανάγκες επέκτασης της οδού Λαγκαδά. Σήμερα είναι ετοιμόρροπο και χρησιμοποιείται ως "καμβάς" για τους γνωστούς-αγνώστους, ενώ χρειάζονται σύντομα παρεμβάσεις, ώστε να μην χάσει η πόλη ένα εξαιρετικά σημαντικό μνημείο. 






5) Μπέη Χαμάμ





Κτισμένο το 1444, το Μπέη Χαμάμ είναι το παλιότερο από τα Οθωμανικά Λουτρά της Θεσσαλονίκης και ένα από τα σημαντικότερα κτίσματα που ενσωματώνουν Οθωμανική αρχιτεκτονική. Κατασκευάστηκε με εντολή του Σουλτάνου Μουράτ ΄Β πάνω σε απομεινάρια βυζαντινών εκκλησιών, ενώ αποτελεί και το μεγαλύτερο σε μέγεθος λουτρό από αυτά που ανεγέρθηκαν μετά την κατάκτηση της πόλης από τους Οθωμανούς το 1430. Αποτελεί το μεγαλύτερο οθωμανικό λουτρό στην Ελλάδα και ένα από τα σημαντικότερα στα Βαλκάνια.



Ο λόγος για τον οποίο υπήρχαν πολυάριθμα τέτοια κτίσματα ήταν η σημασία που δίδονταν από τους Οθωμανούς σε αυτά. Πέρα από τον κρίσιμο ρόλο τους σε επίπεδο υγιεινής και καθαριότητας τα Χαμάμ είχαν και μια συμβολική, σχεδόν πνευματική διάσταση ως προς την λειτουργία της κάθαρσης. Για τις γυναίκες αποτελούσαν την σημαντικότερη κοινωνική διέξοδο καθώς και ευκαιρία για κοινωνικοποίηση.




Το Μπέη Χαμάμ διέθετε ξεχωριστούς χώρους για άνδρες και γυναίκες ενώ θεωρείται μοναδικό για τις εντυπωσιακές διακοσμητικές συνθέσεις και τα περίτεχνα σχέδια που διαφαίνονται και σήμερα στο εσωτερικό του. Η εσωτερική του διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από πολλά δωμάτια τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους με περισσότερες από μια εισόδους έχοντας μια ελαφρώς λαβυρινθώδη διάταξη.



Η λειτουργία του δεν διαφέρει από αυτή των υπολοίπων Χαμάμ (Λουτρών) καθώς διαθέτει τρεις κυρίως αίθουσες (Κρύα, χλιαρή, ζεστή), οι οποίες χαρακτηρίζονται για την οκταγωνική τους μορφή και τις αψίδες που τα περιβάλλουν, και πολλά μικρότερα διαμερίσματα και επιμέρους βοηθητικούς χώρους, τα οποία καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος των λουτρών. Οι χώροι που προορίζονταν για τους άνδρες είναι αυτοί με την μεγαλύτερη άνεση και πολυτέλεια ενώ στην όλη ομορφιά του χώρου συμβάλλουν και τα ανοίγματα στην οροφή των διακοσμημένων θόλων που επιτρέπουν την είσοδο φυσικού φωτισμού.



Το Μπέη Χαμάμ λειτούργησε ως λουτρό μέχρι τη δεκαετία του 1960, με την ονομασία Λουτρά Παράδεισος, και αναστηλώθηκε τη δεκαετία του 80. Σήμερα λειτουργεί κάποιες μέρες του χρόνου ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων, αλλά τον περισσότερο καιρό είναι κλειστό, λόγω έλλειψης φύλαξης και χρημάτων για την συντήρηση του.
                                       
     

Σήμερα, μία βόλτα γύρω από τα λουτρά είναι αρκετή για να δει κανείς την εγκατάλειψη που έχει υποστεί ο χώρος. Τα σκουπίδια, τα πεσμένα συρματοπλέγματα και μια έντονη δυσωδία που προέρχεται από τις δημόσιες τουαλέτες που βρίσκονται ακριβώς δίπλα συμβάλλουν στην τραγική εικόνα του χώρου, με αποτέλεσμα οι τουρίστες που το επισκέπτονται καθημερινά μην μπορούν να εισέλθουν στο εσωτερικό του. Είναι πραγματικά κρίμα να χαθεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Θεσσαλονίκης, το οποίο βρίσκεται σε ένα κομβικό σταυροδρόμι της πόλης με μνημεία όλων των εποχών (Αρχαία Αγορά, Παναγία Χαλκέων, Πλατεία Αριστοτέλους), εξαιτίας της αδιαφορίας των τοπικών αρχών και της βανδαλιστικής διάθεσης των κατοίκων της.












6) Πασά Χαμάμ




Κτίστηκε στη δεκαετία 1520-1530 από τον Τζεζερί-ζαντέ Κοτζά Κασίμ πασά, έναν από τους βεζύρηδες των σουλτάνων Βαγιαζίτ Β΄ και Σελίμ Α΄, που διορίστηκε διοικητής της Θεσσαλονίκης όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Σουλεϊμάν ο Α΄ ο Μεγαλοπρεπής. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο Κασίμ πασάς μετέτρεψε την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων σε τζαμί. Βρίσκεται στη συμβολή των σημερινών οδών Πηνειού, Κάλβου και Π.Καρατζά, κοντά στην Πλατεία Βαρδαρίου.



Αρχικά επρόκειτο για απλό λουτρό με την κλασική αρχιτεκτονική διάταξη ενώ αργότερα λειτούργησε ως διπλό (μετά τις αναγκαίες προσθήκες). Το νέο τμήμα προοριζόταν για τους άνδρες, ενώ το αρχικό για τις γυναίκες. Το 1977 απαλλοτριώθηκε από το ελληνικό Δημόσιο και λειτούργησε έως το 1981 με την ονομασία Λουτρά Φοίνιξ, οπότε και σταμάτησε καθώς οι εγκαταστάσεις του κρίθηκαν επικίνδυνες. Αρχικά προτάθηκε να λειτουργήσει ως χώρος για τη συντήρηση των αρχαιολογικών ευρημάτων που ανακαλύπτονται κατά τις εργασίες του Μετρό Θεσσαλονίκης, αλλά σήμερα παραμένει απομονωμένο και αφημένο στην φθορά του χρόνου.





7) Γιαχουντί Χαμάμ


Το Yahudi Hamamı βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του κέντρου της Θεσσαλονίκης, στη διασταύρωση των οδών Βασιλέως Ηρακλείου, Φραγκίνη και Κομνηνών. Ιδρυτής του ήταν ο Χαλίλ Αγά και θα πρέπει να οικοδομήθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα, ενώ έκτοτε έχει υποστεί αρκετές ζημιές. Ονομαζόταν έτσι επειδή στεγαζόταν στην εβραϊκή συνοικία (Yahudi= Εβραίος), ενώ είναι γνωστό επίσης και ως «Παζάρ Χαμάμ», γιατί βρίσκεται κοντά στην κεντρική αγορά. 



Το λουτρό, έκτασης 750 περίπου τ.μ., ήταν διπλό, χρησιμοποιούνταν δηλαδή και από τα δύο φύλα, γι’ αυτό διαιρείται σε δύο τμήματα, ένα προορισμένο για τους άνδρες και ένα για τις γυναίκες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ανδρικό τμήμα είναι μεγαλύτερο και ψηλότερο από το γυναικείο. Κάθε τμήμα αποτελείται από μία αίθουσα τετράγωνης κάτοψης, καλυμμένη με μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο, και από ένα σύνολο μικρότερων διαμερισμάτων με τρουλίσκο. Στα δύο τμήματα διαμορφώνονταν οι τυπικοί των λουτρών χώροι (ψυχροί, χλιαροί και ζεστοί, καθώς και τα υπόκαυστα. 


Στο πίσω μέρος του κτηρίου υπήρχε η δεξαμενή του νερού, η εστία και ο χώρος των θερμαστών, οι οποίοι τροφοδοτούσαν τη φωτιά με ξύλα. Ολόκληρο το οικοδόμημα είναι κτισμένο από πέτρες και πλίνθους και μιμείται το βυζαντινό σύστημα δόμησης. Εσωτερικά το μνημείο είναι πλούσια διακοσμημένο. Οπές φωτισμού βρίσκουμε στις οροφές των τρούλων, ενώ επαναλαμβανόμενες ζώνες με φυτικά κοσμήματα πρέπει να υπήρχαν στις επιφάνειες των τοίχων.


Το λουτρό λειτουργούσε ως το 1912, ενώ υπέστη σοβαρές ζημιές κατά την πυρκαγιά του 1917, οι οποίες επιδιορθώθηκαν με τις πρόσφατες αναστυλώσεις. Σήμερα, το μνημείο είναι γνωστό ως "Λουλουδάδικα", καθώς στους χώρους του στεγάζονται από το 1951 καταστήματα ανθοπωλών. Το λουτρό χρησιμοποιείται για περιοδικές εκθέσεις, αλλά παραμένει τις περισσότερες μέρες κλειστό, λόγω έλλειψης φύλαξης. 



8) Γενί Χαμάμ



Το Γενί Χαμάμ εικάζεται ότι κτίστηκε το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα από τον Χουσρέφ Κεντχουντά, κάτοχο ακινήτων στη Θεσσαλονίκη ο οποίος πιθανώς τελούσε χρέη Κεχαγιά (διαχειριστή) για τον Βεζύρη Σοκολού Μεχμέτ πασά. Βρίσκεται στην γωνία των οδών Κασσάνδρου και Αγίου Νικολάου, ενώ αποτελεί το νεώτερο από τα οθωμανικά λουτρά της Θεσσαλονίκης. 



Λειτούργησε ως διπλό λουτρό με ξεχωριστά διαμερίσματα για άνδρες και γυναίκες, με τη συνηθισμένη διάταξη χώρων, μέχρι τo 1912. Για πολλά χρόνια στο εσωτερικό του χαμάμ λειτουργούσε χειμερινό σινεμά ως τα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και στον κήπο της λειτουργούσε και ο θερινός κινηματογράφος. Σήμερα παραμένει στην ιδιοκτησία ιδιώτη και χρησιμοποιείται ως Café bar και εστιατόριο με το όνομα "Αίγλη". Το Γενί Χαμάμ αποτελεί ίσως το καλύτερο παράδειγμα ανάδειξης οθωμανικού κτιρίου, καθώς μπορεί να μην φιλοξενεί συλλογές μουσειακού είδους, αλλά είναι εξαιρετικά προσιτό για τους επισκέπτες που μπορούν να συνδυάσουν την επίσκεψη τους σε αυτό με την διασκέδαση και τη χαλάρωση.


9) Μπεζεστένι


Το Μπεζεστένι της Θεσσαλονίκης, είναι ένα οθωμανικό μνημείο το οποίο χρονολογείται ότι κτίστηκε τον 15ο αιώνα, την «κλασική» περίοδο της οθωμανικής αρχιτεκτονικής επί Σουλτάνου Μεχμέτ Β’ (1455-1459) ή – κατά άλλους – από το Βαγιαζίτ Β΄ (τέλη 15ου αι.). Βρίσκεται στην Θεσσαλονίκη στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Σολωμού, απέναντι από το Χαμζά Μπέη Τζαμί και το παλιό δημαρχείο της πόλης και είναι ένα από τα σημαντικότερα οθωμανικά μνημεία της πόλης.

Μπεζεστένι (Bezesten) σημαίνει υφασματαγορά (στα τουρκικά bez=ύφασμα) και για αυτό τα κτίρια αυτά ήταν κέντρα πώλησης πολυτελών υφασμάτων, μεταξωτών και άλλων πολύτιμων αντικειμένων. Στους χώρους αυτούς επίσης φυλάσσονταν έγγραφα και περιουσιακά στοιχεία, γινόταν έλεγχος της ποιότητας των εμπορευμάτων, καθορίζονταν οι ισοτιμίες των νομισμάτων και γι’αυτό ήταν ένας πολύ σημαντικός θεσμός των οθωμανικών πόλεων. Τα μπεζεστένια ήταν κτίρια που κατασκευάζονταν μόνο σε σημαντικές πόλεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνήθως μεγάλα εμπορικά κέντρα. Σήμερα, εκτός από την Θεσσαλονίκη, σώζονται μπεζεστένια και σε άλλες δύο ελληνικές πόλεις, την Λάρισα και τις Σέρρες, τις δύο ισχυρότερες πόλεις της Θεσσαλίας και της Ανατολικής Μακεδονίας αντίστοιχα.


Η αρχιτεκτονική και ο σχεδιασμός του ήταν όμοια με των ισλαμικών τεμένων. Αποτελείται από έναν ορθογώνιο χώρο με μια είσοδο σε κάθε μια από τις τέσσερις πλευρές του. Εσωτερικά διακρίνεται σε έξι τετράπλευρους χώρους με επτά διπλά τόξα που στηρίζονται σε δύο κεντρικούς πεσσούς. Το κτίσμα έχει έξι μολυβδοσκέπαστους θόλους. Πριν την πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, στο Μπεζεστένι Θεσσαλονίκης υπήρχαν εσωτερικά εξήντα εννιά (69) μικρά καταστήματα και εξωτερικά σαράντα τέσσερα (44), πιθανόν ξύλινης κατασκευής. Τα καταστήματα που υπάρχουν σήμερα περιμετρικά του κτιρίου είναι προσθήκες των αρχών του 20ου αι. (μετά την πυρκαγιά του 1917).

Μετά τους σεισμούς του 1978, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 έγιναν αναστηλωτικές εργασίες, καθώς είχε υποστεί καθίζηση και απόκλιση από την κατακόρυφο, κατά τη διάρκεια των οποίων, πάνω στους μολυβδοσκέπαστους θόλους, βρέθηκαν χαράγματα σε τουρκική, ελληνική, γαλλική και νοτιοσλαβική γλώσσα που ανήκαν στους εργάτες που δούλεψαν κατά καιρούς για τις επισκευές της σκεπαστής αγοράς. Σήμερα, το Μπεζεστένι διατηρεί την αρχική του χρήση, αφού έχουν απομείνει λίγα καταστήματα, τα οποία εμπορεύονται υφάσματα, κοσμήματα, λουλούδια, ενώ επιβιώνει και ένα τυπογραφείο που λειτουργεί εδώ και δεκαετίες.



Συμπέρασμα

3 μνημεία που είναι προσβάσιμα και λειτουργούν, άλλα φιλοξενώντας εκθέσεις (Αλατζά Ιμαρέτ), άλλα στεγάζοντας χώρους εστίασης (Γενί Χαμάμ) και άλλα διατηρώντας την αρχική τους χρήση (Μπεζεστένι). Παρόλα αυτά υπάρχουν άλλα που παραμένουν κλειστά για το κοινό, ακόμη και αν αναστυλώθηκαν πλήρως, εξαιτίας οικονομικών λόγων (Μπέη Χαμάμ, Γιαχουντί Χαμάμ), χωρίς φυσικά να παραλείπουμε τα κτίρια που είναι εγκαταλελειμμένα και παρατημένα στη μοίρα τους (Χαμζά Μπέη Τζαμί, Πασά Χαμάμ, Τζαμί Λεμπέτ). Είναι αλήθεια ότι, αν και τα οθωμανικά μνημεία αποτελούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας, αυτό άργησε να γίνει αποδεκτό, και κοινωνικά, και ως κρατική πολιτική. Βέβαια, επίσημα οι καταγραφές και κηρύξεις τέτοιων κτισμάτων ως μνημείων ξεκίνησαν από τη δεκαετία του '20. Αλλά στην πράξη πολλά εγκαταλείπονταν στη φθορά, άλλα γκρεμίζονταν και άλλα δέχονταν μη συμβατές χρήσεις. Η απώλεια ή και η αλλοίωση πολλών οθωμανικών κτιρίων σημαίνει όμως απώλεια πολύτιμων πληροφοριών για την ιστορική εξέλιξη των πόλεων, καθώς αυτά τα κτίρια κατείχαν κομβική θέση στην οικονομική, κοινωνική, πολιτική και θρησκευτική ζωή μιας πόλης. Ευτυχώς, παρ'όλες αντιδράσεις οπισθοδρομικών και θρησκόληπτων πολιτών, οι αναστυλώσεις έχουν αρχίσει και τα οθωμανικά μνημεία εισέρχονται στην πολιτιστική ζωή του τόπου. Φυσικά, χρειάζονται πολλά ακόμη να γίνουν. Ένα είναι σίγουρο, τα οθωμανικά μνημεία αποτελούν σύμβολα μιας περιόδου 500 και πλέον χρόνων της Ελληνικής ιστορίας, έχουν μεγάλη καλλιτεχνική αξία και οφείλουμε να τα διατηρήσουμε.





Η Εφημερίδα των μαθητών του 2ου Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου θεσσαλονίκης