Παλιά Κινέζικη παροιμία --> "1οοο Like δεν κάνουν ένα καλό σχόλιο"

Δευτέρα, 30 Οκτωβρίου 2017

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς (30 Οκτωβρίου 1944)


Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου 1944 αντιστασιακές οργανώσεις απελευθέρωσαν τη Θεσσαλονίκη από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Ο Γιώργος Ιωάννου, καταξιωμένος συγγραφέας από τη Θεσσαλονίκη, καταθέτει προσωπικές μαρτυρίες, χρήσιμες για την εποχή, στο πεζογράφημά του Η παραπεταμένη απελευθέρωση, το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Το δικό μας αίμα (1978), σ. 103-113. Αποσπάσματα από το πεζογράφημα αυτό παραθέτω στη συνέχεια.



Η Θεσσαλονίκη απελευθερώθηκε από τους Γερμανούς στις 29 Οκτωβρίου του 1944, μέρα Κυριακή. Για την ακρίβεια, τη μέρα εκείνη ελευθερώθηκε το κάτω, το επίπεδο, τμήμα της πόλης. Την Άνω πόλη την είχε εγκαταλείψει ο εχθρός δυο τρεις μέρες νωρίτερα, από του Αγίου Δημητρίου, όπως και το 1912. Έτσι σημειώνουν άλλωστε και οι πενιχρότατες εφημερίδες – όσες μπορεί να δει κανείς – της ελεύθερης κιόλας Αθήνας. Προσθέτουν όμως κάτι, που δεν είναι δυνατό να μη σε κάνει να χαμογελάσεις: «Οι Γερμανοί υποχωρούν καταδιωκόμενοι από τα αγγλικά στρατεύματα». Αεροπλάνα – μάλιστα – ερχόντουσαν, μα στρατεύματα αγγλικά, ούτε με το τηλεσκόπιο δεν ήταν ορατά εκεί πάνω τότε. Αν πλησίαζε τέτοιο πράμα, οι συνεργάτες του εχθρού, οι δοσίλογοι, θα το ήξεραν πρώτοι [...]
Τα ξημερώματα εκείνης της Κυριακής βαθιά ησυχία απλωνόταν πάνω από την πόλη. Οι συνεχείς και σάμπως ρυθμικές ανατινάξεις είχαν πάψει και μόνο μια πυρπολημένη αποθήκη στο λιμάνι έβγαζε ακόμη καπνό. Το κάψιμό της μας είχε χαρίσει μέσα στη νύχτα ένα σπάνιο και πανάκριβο θέαμα. Χιλιάδες χρωματιστές φωτοβολίδες ξεπετιόντουσαν για ώρες από τα έγκατά της. Τέτοια λαμπρή γιορτή κανένας δεν θα μπορούσε στη φτώχεια εκείνη να μας προσφέρει. Και μας τη χάρισε ο ίδιος ο εχθρός.
Όμως από τη σκοτεινιασμένη Εγνατία περνούσαν από τα χαράματα ακροβολισμένες και χωρίς καθόλου θόρυβο οι εχθρικές οπισθοφυλακές. Τα όπλα προτεταμένα, τα πρόσωπα σκυθρωπά [...] Οι επίλεκτες μονάδες τους, ιδίως εκείνες με την εγκληματική φήμη, είχαν φυγαδευτεί με μιαν αερογέφυρα από γιούγκερς. Από τις δύο λωρίδες του δρόμου, που τον χώριζαν τότε οι γραμμές του τραμ, φαντάροι ζεμένοι σαν υποζύγια έσερναν σιωπηλοί ελαφρά πυροβόλα και καρότσια με λαστιχένιες ρόδες. Ο αλαζονικός κατακτητής, που είχε φτάσει στο σημείο να μας απαγορεύει μέρα μεσημέρι την κυκλοφορία, όταν ήταν να διασχίσουν τους δρόμους μας τα άρματά του ή τα βαριά πυροβόλα του, έφευγε τώρα κρυφά κρυφά και με κόπο, ζεμένος τα κανονάκια του. Μακαρίζαμε τους εαυτούς μας που αξιωθήκαμε να δούμε κι αυτό. Όμως εκείνοι, που πιο πολύ έπρεπε, δεν μπορούσαν πια να τα δούνε.
Με το προχώρημα της μέρας, οι καμπάνες σήμαναν κανονικά και αρκετός κόσμος τραβούσε τοίχο τοίχο για τις εκκλησιές. Πάντως, από την αραιή κίνηση του δρόμου δεν περίμενε κανείς η Αγια-Σοφιά να ᾿ναι τόσο γεμάτη. Το εκκλησίασμα ταραγμένο, όμως πολύ πιο αληθινό. Μια ζέστα αλλιώτικη εκπέμπονταν από τα όλο αγωνία κορμιά. Στα άγια, ο κόσμος γονατισμένος παρακαλούσε ψιθυριστά. «Προσευχηθείτε να κάνει φτερά ο κατακτητής, να μην ανοίξει ούτε μύτη», ακούστηκε η θερμή φωνή του πρωθιερέα αποπάνω μας. Όλοι γι᾿ αυτό παρακαλούσαν […]
Κατά το μεσημέρι, τέσσερα πέντε ελαφρά τανκς και κάτι αυτοκίνητα θωρακισμένα ήρθαν σιγά από τη μεριά της Καμάρας και στάθμευσαν με τη σειρά στο τμήμα της Εγνατίας που περνάει μπροστά από την αχανή πλατεία Δικαστηρίων. Τα τανκς έστρεψαν τις μπούκες τους προς την Άνω πόλη, όπου γίνονταν, φαίνεται, διαδηλώσεις τρελές κι ακούγονταν χιλιάδες πυροβολισμοί, πανηγυρικοί πυροβολισμοί, που σου έφερναν τον ίλιγγο της μέθης. Πάνω στο βράχο του συνοικισμού της Βάρνας, διαγράφονταν καθαρά στον ορίζοντα τα πλακάτ και τα λάβαρα, που έσειαν οι διαδηλωτές προς εμάς, τους ακόμα σκλαβωμένους. Φοβηθήκαμε πως όπου να ᾿ναι θα ᾿ρχίσουν να τους ρίχνουν. Μα κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αξιωματικοί άψογα ντυμένοι – σ᾿ αυτά πια ήτανε άσσοι – πήδηξαν από τα οχήματα, συγκεντρώθηκαν ανάμεσα σε δύο τανκς και με τα κυάλια πήραν να διερευνούν, θαρρείς για βολή, τις πάνω συνοικίες […]
Οι αξιωματικοί παρέμειναν στη θέση εκείνη περίπου ως τις τέσσερις το απόγευμα. Η μπλόφα τους ήταν πια εντελώς φανερή. Περίμεναν ν᾿ απομακρυνθούν αρκετά μες στον μακεδονίτικο κάμπο τα πεζοπόρα τμήματά τους και ύστερα να φύγουν κι αυτοί. Πολίτες με ντουφέκια ξεπρόβαλαν τα κεφάλια τους από τις γύρω πόρτες και γωνιές. Οι Γερμανοί ήταν κυκλωμένοι, μα έκαμναν πως δεν το καταλάβαιναν. Αυτοί που λίγους μήνες πριν δεν ανέχονταν μύγα στο σπαθί τους, κοιτούσαν τώρα επίμονα τα ψηλώματα. Μόνο η έξοδος προς τα δυτικά τους έμενε ανοιχτή, κι αυτό, βέβαια, όχι από σύμπτωση. Από τις πλαγιές του γυμνού Χορτιάτη μεγάλες σκούρες γραμμές κατηφόριζαν. Οι αντάρτες! […]
Ξαφνικά, χωρίς διόλου βιασύνη, οι αξιωματικοί μπήκαν στα οχήματα, οι φαντάροι κατέβασαν τα καπάκια των τανκς, και όλη η κουστωδία γλίστρησε, θαρρείς, με  διακριτικότητα προς τη δύση. Αυτό ήταν. Ούτε στο Βαρδάρι, τη Χρυσή Πύλη, δεν θα είχαν φτάσει, όταν η ραγισμένη βαριά καμπάνα του Αγίου Δημητρίου έδωσε το περιπόθητο σύνθημα, κι ακολούθησαν όλες οι άλλες, με όλο τους το κωδωνοστάσιο, σε ξέφρενο ρυθμό, αναστάσιμο.
Τα μπαλκόνια των πλουσιόσπιτων φορτώθηκαν στη στιγμή σημαίες, και όχι μόνο ελληνικές, μα όλων των μεγάλων συμμάχων [...]Πρωτάκουστα, συναρπαστικά εμβατήρια, ακούγονταν κιόλας στους δρόμους. Κατέβαινε η νεολαία από τις πάνω συνοικίες, συντεταγμένη και ολόλαμπρη:
«Είμαστε εμείς, Ελλάδα, τα παιδιά σου,
οργανωμένα σε πόλεις και χωριά…»
Οι εργάτες, οι τεχνίτες, οι υπάλληλοι, οι συμμαθητές μας, όλοι στη γραμμή, με βήμα κάπως ηρωικό και με κρυφό κάπως χαμόγελο. Όταν είδαμε μάλιστα διάφορους γνωστούς μας να βαδίζουν έχοντας στο λαιμό τους δάφνινα στεφάνια, που θα τους τα είχαν φορέσει στις πρωινές διαδηλώσεις της Επάνω πόλης, δεν μπορέσαμε, παρά τον ενθουσιασμό μας να κρατήσουμε τα γέλια μας. Ήταν γνωστοί μας και οι πολύ γνωστοί δεν θεωρούνταν ποτέ ήρωες. Η αλήθεια, πάντως, είναι πως πριν από λίγες μέρες, όποιους από αυτούς έπιαναν τους σκότωναν σαν τα σκυλιά. Τους έσερναν ως τις γειτονιές τους και τους εκτελούσαν έξω από τα σπίτια τους τη νύχτα [...]
Στο μεταξύ τα χωνιά ωθούσαν τον κόσμο προς την πλατεία της Αγια-Σοφιάς. Εκεί κατέληγαν όλα τα αφρισμένα ποτάμια. Από την οδό της Αγια-Σοφιάς κατέβαιναν, σαρώνοντας τις γειτονιές, τα παιδιά – και όχι μόνο τα παιδιά – του Κουλέ Καφέ, του Αγίου Παύλου, της Ακρόπολης, της Κασσάνδρου. Το Τσινάρι, Εσκί-Ντελίκ, Προφήτης Ηλίας, Διοικητήριο κατέβαιναν τη Βενιζέλου. Είχαν καλύτερο δρόμο αυτοί όχι μόνο κατηφορικό, μα φαρδύ και ασφαλτοστρωμένο και βάδιζαν πιο λεβέντικα. Από το Βαρδάρι πάλι ερχόταν, ξυπόλυτη, ρακένδυτη, πειναλέα, σπαρταρώντας από ενθουσιασμό, η Ραμόνα, η Εφτάλοφος, ο Παλιός Σταθμός, η Νεάπολη, η Σταυρούπολη, ενώ, αντίθετα, από ανατολικά κατάφταναν μέσα σε σκόνη και αλαλαγμό, με τρομπέτες, παντιέρες, λάβαρα και χωνιά, η Τούμπα, η Αγία Φωτεινή, η Ευαγγελίστρια, η Τριανδρία, ακόμα και η τόσο μακρινή Καλαμαριά. Πλημμύρισαν δρόμοι και πλατείες. Πανζουρλισμός. Φιλιόμασταν, αγκαλιαζόμασταν, χαϊδευόμασταν, δεν ξέραμε τι λέμε από την ταραχή μας. Λέγαμε «Χριστός Ανέστη», λέγαμε «Ελευθερία», «Ποτέ ξανά». Σάμπως να ᾿ταν στο χέρι μας. Αλλά έτσι νομίζεις σε τέτοιες στιγμές […]
Στην Εγνατία πάνω στο πεζούλι για τις γραμμές του τραμ, μια ατέλειωτη σειρά από άλογα και καβαλάρηδες μαυρολογούσε. Ήταν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ, αυτοί, φαίνεται, που κόβανε δρόμο το πρωί από τον Χορτιάτη. Ούτε φώναζαν, ούτε πολυμιλούσαν. Χαμογελούσαν μονάχα, όταν ο κόσμος έξαλλος τους τραβούσε από τα ποδάρια να τους κατεβάσει. Και μερικοί – γυναίκες ιδίως – το κατάφερναν […]

Περπατώντας αργά για το σπίτι θυμόμουνα όλους εκείνους, που είχα δει να χάνονται. Τουμπανιασμένα, μαυρισμένα από την πείνα πόδια γαντζωμένα σε τοίχους πριν από το τελικό πέσιμο στο πεζοδρόμιο, ξεγυρισμένες κλωτσιές με μαύρες καλογυαλισμένες μπότες, δολοφονίες μέσα στη γεμάτη κόσμο αγορά, μπλόκα ως το πρωί στις γειτονιές και μπλόκα το σούρουπο στα σταυροδρόμια, συμπλοκές και ξαφνικές χειροβομβίδες. Και αίματα, πολλά αίματα, το πρωί στο πεζοδρόμιο. «Εδώ!», «να, εδώ!», έλεγα συνεχώς μέσα μου [...]


Η Εφημερίδα των μαθητών του 2ου Πρότυπου Πειραματικού Γυμνασίου θεσσαλονίκης